ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

Greece Interviews - Reviews Greece

Το πρόγραμμα του Erasmus+ που έχει τη χαρά το σχολείο μας να συμμετέχει λέγεται SAFTAS (STUDENTS ACADEMY FILM AND THEATER AWARDS) και όπως είναι ολοφάνερο έχει σχέση με το θέατρο και τον κινηματογράφο. Αυτό δε σημαίνει μόνο ότι θα ανεβάσουμε θεατρικά έργα ή θα γυρίσουμε ταινίες (Ω! ναι ! και αυτά θα γίνουν). Το πρόγραμμα έχει στόχο ευρύτερο και μέσα σ’ αυτόν εντάσσονται και συνεντεύξεις με ανθρώπους του χώρου του θεάτρου και του κινηματογράφου – όχι μόνο ηθοποιών, σκηνοθετών κ.τ.λ. αλλά και ανθρώπων που ασχολούνται με την κριτική θεάτρου και κινηματογράφου.

Την πρώτη μας συνέντευξη μάς την παραχώρησε ο κ. Κουτσογιαννόπουλος. Ακόμα και αν δε έχετε καταλάβει για ποιον πρόκειται, αν δείτε τη φωτογραφία του θα το αντιληφθείτε αμέσως καθώς η τηλεοπτική του παρουσία είναι σχεδόν καθημερινή, για πολλά χρόνια σε ζώνη και εκπομπή υψηλής τηλεθέασης. Ο κ. Κουτσογιαννόπουλος όταν του ζητήσαμε να μας παραχωρήσει μία συνέντευξη ανταποκρίθηκε άμεσα και με πολύ μεγάλη χαρά. Μια ομάδα από τα παιδιά που συμμετέχουν στο πρόγραμμα προετοίμασε τις ερωτήσεις, ο κ. Κουτσογιαννόπουλος απάντησε σε αυτές και η πρώτη μας συνέντευξη είναι έτοιμη.

Ας γνωρίσουμε, όμως, λίγο καλύτερα τον συνομιλητή μας. Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές του στη Σορβόννη, στο Ινστιτούτο Τύπου και Πληροφόρησης με εργασία στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Από τότε άρχισε να γράφει στο περιοδικό «Σινεμά». Το 1990 ξεκίνησε στον τηλεοπτικό σταθμό Antenna, ως κειμενογράφος σε κινηματογραφική εκπομπή. Έμεινε στο σταθμό αυτό για 15 χρόνια, δουλεύοντας στην πρωινή ζώνη και στο δελτίο ειδήσεων, ενώ από το 1997 μέχρι το 2001 παρουσίαζε και είχε την επιμέλεια της κινηματογραφικής εκπομπής «Πρώτη προβολή». Γράφει τις κριτικές του στη LIFO, θέματα και συνεντεύξεις στο περιοδικό Γυναίκα ενώ από το 2005 τον βλέπουμε σχεδόν καθημερινά στο τηλεοπτικό σταθμό Alpha να ενημερώνει το τηλεοπτικό κοινό κυρίως για ταινίες και να παίρνει συνεντεύξεις με σκηνοθέτες και ηθοποιούς, Έλληνες και ξένους. Έχει συνεργαστεί με εφημερίδες όπως η Καθημερινή, το Έθνος και το Πρώτο Θέμα κάνοντας ανταποκρίσεις από φεστιβάλ και γράφοντας άρθρα για τον κινηματογράφο.

1.Σε παλαιότερη συνέντευξή σας αναφέρατε ότι από μικρός είχατε την επιθυμία ν’ ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο. Γιατί επιλέξατε να γίνετε κριτικός κινηματογράφου και όχι ηθοποιός , σκηνοθέτης ή κάτι άλλο σχετικό;

Δεν σκέφτηκα ποτέ να “κάνω σινεμά”, μόνο να γράφω και να μιλάω γι’ αυτό, περνώντας σταδιακά από το πρώτο στάδιο της παθιασμένης θέασης στη θέση του κριτικού. Η παρακολούθηση των ταινιών για επαγγελματικό σκοπό, δεν σας κρύβω, δεν συγκρίνεται με την ένταση της πρώτης περιόδου (της ανακάλυψης ενός νέου κόσμου), αλλά πάντα κρύβει εκπλήξεις, και έχει μετατεθεί στην γραφή και την επικοινωνία. Εννοώ πως, πολύ συχνά, μιά ταινία που κάτω από κανονικές συνθήκες δεν θα επέλεγα να δω, με ιντριγκάρει να αναλύσω και να εμβαθύνω, ακόμη κι αν είναι κακή για τα γούστα και το κριτήριο μου. Ζω από το σινεμά αλλά η δουλειά μου είναι η δοκιμιογραφία

2.Σπουδάσατε κοινωνιολογία και επιστήμες Τύπου και Πληροφόρησης. Με ποιον τρόπο θεωρείτε ότι οι σπουδές σας βελτίωσαν εσάς και το έργο σας ως κριτικού;

Όταν ήλθε η ώρα να επιλέξω σχολή, δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί το τμήμα media του Παντείου, ούτε βέβαια η Σχολή Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη. Το πρακτικό κομμάτι δεν με ενδιέφερε, συνεπώς διάλεξα το κοντινότερο πεδίο στην περιέργεια μου, που ήταν οι σπουδές στην Κοινωνιολογία. Όπως συμβαίνει σε κάθε μαθητή και φοιτητή που σέβεται τον εαυτό του, βαρέθηκα μετά το δεύτερο έτος και ανυπομονούσα να πάρω το πτυχίο, για να δοκιμάσω την τύχη μου σε μεταπτυχιακά στη Γαλλία και να αρχίσω να γράφω. Ωστόσο, όπως επίσης συμβαίνει με την ωριμότητα της σκέψης, με το πανεπιστήμιο ή την ανώτατη σχολή ανεβαίνεις πίστα και χωρίς να το καταλάβεις, τα εργαλεία ανάλυσης και σύνθεσης (τα σημαντικότερο βέλη στη φαρέτρα ενός έλλογου ανθρώπου) με βοήθησαν ανυπολόγιστα στο να κρίνω τα σύνολα των εικόνων και των λέξεων που συνιστούν μια ταινία, και να βρίσκω τις ιδέες που πυροδοτούν και δομούν μια κριτική.

3.Ποια στοιχεία, κατά τη γνώμη σας, πρέπει να διαθέτει μία ταινία ώστε να τη χαρακτηρίσετε εξαιρετική;

Να έχει πρωτοτυπία, ενέργεια, προβληματισμό, απόχρωση, τεχνική και, αν γίνεται, υπέρβαση που απογειώνει. Μην μπερδεύεστε με τα εφέ και τον εντυπωσιασμό. Δε σημαίνουν τίποτε αν δεν υπηρετούν ουμανισμό και αξίες- τη δύναμη και τις ατέλειες του ανθρώπου.

4.Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι οι κριτικές των ταινιών από ειδικούς επηρεάζουν το ευρύ κοινό ώστε να επιλέξει ή όχι να δει μία ταινία;

Δύσκολο να μετρηθεί το εκτόπισμα ενός κριτικού και μιας κριτικής. Εξαρτάται από το κοινό και την δεκτικότητα αποδοχής της γνώμης ενός ειδικευμένου επαγγελματία. Σε αγγλοσαξωνικές χώρες, όπως οι ΗΠΑ για παράδειγμα, η επίδραση είναι πιό απτή, και οι κριτικές χρησιμοποιούνται κατά κόρον από τις εταιρείες διανομής στις διαφημιστικές καταχωρήσεις της εκάστοτε ταινίας, έστω και αν κάποιοι από αυτούς δεν παραδέχονται πως έχουν ανάγκη τους κριτικούς. Στην Ελλάδα, καλώς ή κακώς, το κοινό δεν δέχεται εύκολα, ή έστω αβασάνιστα, την από καθέδρας άποψη, ακυρώνοντας συχνά ακόμη και τεκμηριωμένες αναλύσεις. Παλιότερα, είχε γίνει μια έρευνα στην Ελλάδα για τους λόγους που στέλνουν τον κόσμο στις αίθουσες. Μετά από το όνομα του σκηνοθέτη και των ηθοποιών, το είδος της ταινίας και την διαφήμιση της, η γνώμη των κριτικών φιγουράριζε σε μιά από τις τελευταίες θέσεις. Πρακτικά μιλώντας, μια ταινία καλλιτεχνική, “μικρή” σε μέγεθος, φεστιβαλική όπως συνηθίζουμε να λέμε, που απευθύνεται σε ενήλικο και σκεπτόμενο κοινό, έχει περισσότερο ανάγκη την καλή κριτική για να γίνει γνωστή και να ακουστεί, μαζί με το “από στόμα σε στόμα”, δηλαδή την καλή φήμη που τη συνοδεύει και δημιουργεί επιτυχίες δυσανάλογες με τον περιορισμένο προϋπολογισμό της παραγωγής και το πενιχρό ποσό που δαπανάται για την προώθησή της. Για να μη γελιόμαστε ωστόσο, Οι Εκδικητές ή ο Πόλεμος των Άστρων και αυτού του τύπου οι ταινίες, θα κάνουν την προδιαγεγραμμένη τους επιτυχία, ότι κι αν πουν οι ειδικοί.

5.Πώς εξηγείται το γεγονός ότι κάποιες φορές οι κριτικοί έχουν εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη από το κοινό για μία ταινία;

Οι κριτικοί δεν εξαιρούνται από τη μοίρα του διαφορετικού γούστου και των αντίθετων απόψεων. Πολλές φορές διαφωνούν και μεταξύ τους! Αυτό λέει πολλά και προβληματίζει το κοινό που αντί να διαβάσει μια κριτική για να συνοδέψει τη δική του γνώμη, φυλλομετρεί τα αστεράκια των κριτικών και βγάζει πρόχειρα συμπεράσματα. Αν πρέπει να σκεφτώ μια εξήγηση, θα σας πω το εξής: το κοινό έχει ανάγκη να περάσει καλά παρακολουθώντας μια οπτικοακουστική αφήγηση με καθαρή πλοκή, και εμφανείς τις τρεις πράξεις (η περίφημη αρχή, μέση, τέλος) και να μην ταραχθεί η ζώνη άνεσης που επιδιώκει να απολαύσει, με γέλιο ή συγκίνηση- το comfort zone. Γνωρίζοντας πως “έχει ξαναδεί το έργο”, το βλέπει ούτως ή άλλως, για να επιβεβαιωθεί και να χαρεί πέφτοντας σε δίχτυ ασφαλείας, ανεξάρτητα από το είδος της ταινίας που επιλέγει. Οι κριτικοί, έχοντας δει πολλές ταινίες παρόμοιες, μέτριες, άρα βαρετές λόγω επανάληψης, δεν έχουν την διάθεση να διανύσουν τις ίδιες διαδρομές και να γίνουν για άλλη μια φορά μάρτυρες του κοριτσιού που παντρεύεται και ευτυχεί, ή του υπερήρωα που σώζει τον κόσμο.

6.Πόσες φορές πρέπει να δείτε μία ταινία για να γράψετε μία εμπεριστατωμένη κριτική;

Κατά συντριπτική πλειοψηφία, βλέπω μια φορά τις ταινίες για τις οποίες γράφω. Καμμιά φορά η μια δεν φτάνει, ενώ συχνά δεν είναι αρκετή. Στη διάρκεια ενός φεστιβάλ, μου συμβαίνει να συνθλίβονται οι ταινίες λόγω φόρτου και κούρασης και μου έχει τύχει να μην είμαι σίγουρος για κάποια από αυτές, οπότε φροντίζω να την ξαναδώ όταν, μήνες μετά, πλησιάζει η ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες. Με το πέρασμα του χρόνου, έχω εκπαιδεύσει τον εαυτό μου να βλέπω και να παρακολουθώ την ταινία ταυτόχρονα: δηλαδή να μπαίνω μέσα στο σύμπαν της σαν κανονικός θεατής, και παράλληλα να τη βλέπω σαν ένα κινούμενο πίνακα, από μια μικρή απόσταση, ξεμοντάροντας τα επιμέρους στοιχεία της, τις ερμηνείες, την πλανοθεσία, τη μουσική και τις τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι σα να χορεύεις με ένα μουσικό κομμάτι, αλλά να προσέχεις πώς παίζει ο κιθαρίστας ή αν το σόλο στο σαξόφωνο ήταν δυναμικό ή πλαδαρό! Το πρώτο πράγμα που ξεχωρίζει είναι ένα γενικό, ακατέργαστο συμπέρασμα, μονολεκτικά εκφρασμένο: Ναι ή όχι. Μου άρεσε ή δεν μου άρεσε. Στη συνέχεια, η εντύπωση γεννάει την ιδέα του κειμένου, το σημείο εκκίνησης, συνήθως με ένα πλάνο που θα οδηγήσει στο φινάλε.

7.Έχετε αλλάξει γνώμη για μια ταινία στο πέρασμα του χρόνου;

Βεβαίως. Συνήθως προς το καλύτερο. Για παράδειγμα το θρίλερ Οι Άλλοι του Αλεχάντρο Αμενάμπαρ το είχα δει με καχυποψία, γιατί τα φαντάσματα της ταινίας φανερώθηκαν νωρίς και δεν με ικανοποίησε η τροπή, αν και γενικά δεν είχα αντιρρήσεις με το ύφος. Το ξαναείδα και αναθεώρησα πλήρως. Δεν ξυπνάμε πάντα με το δεξί, και όταν καλούμαστε να δούμε ταινίες στις 8 η ώρα το πρωί, μπορεί να μας ξεφύγει κάτι σπουδαίο, ή να παραγνωρίσουμε αρετές ή αδυναμίες. Ακόμη όμως και σε ταινίες που ξαναείδα και ο ενθουσιασμός μετριάστηκε σε σχέση με την πρώτη, θετικότατη εντύπωση, η γενική αίσθηση είχε παραμείνει άθικτη. Διότι, πάνω απ’ όλα, με έχει κερδίσει η ψυχή και η ουσία της ταινίας.

8.Υπάρχουν συντελεστές μιας ταινίας που θεωρείτε πιο σημαντικούς από κάποιους άλλους ; π.χ. ο σκηνοθέτης είναι ο σημαντικότερος των υπολοίπων, ο σεναριογράφος, οι ηθοποιοί;

Με μιά κάμερα και έναν σκηνοθέτη που τη χειρίζεται, μπορεί να γυριστεί μια ταινία. Η αρχιτεκτονική στο σινεμά, και όχι οι ηθοποιοί, είναι το άλφα και το ωμέγα. Το πλαίσιο, το κάδρο, η επιλογή της θέσης της κάμερας, της ματιάς, προς τα που θα κοιτάξει και τι θα απεικονίσει. Με αυτή τη λογική, ο οποιοσδήποτε πλέον, με την έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας, είναι ικανός να τραβήξει πλάνα ακόμη και τυχαία, και αν θέλει να τα βάλει σε μια σειρά, με ένα υποτυπώδες μοντάζ, στον υπολογιστή του σπιτιού του, ή με ένα πρόγραμμα στο κινητό του παριστάνοντας τον σκηνοθέτη. (Παρεμπιπτόντως, έχω παρακολουθήσει φεστιβάλ ταινιών από κινητά τηλέφωνα στο Χονγκ Κονγκ, και μερικές από αυτές με άφησαν άφωνο με την εφευρετικότητα τους, από τη σύλληψη ώς την εκτέλεση τους). Αυτά όλα είναι θεωρίες, και οι ταινίες που προκύπτουν ευκολότερα σε σχέση με την ακριβή εποχή του φιλμ, είναι περιορισμένης και ειδικής κατανάλωσης. Για μια ολοκληρωμένη ταινία μεγάλου μήκους, ένας παραγωγός μαζεύει το ανθρώπινο και το άψυχο υλικό, ένας σεναριογράφος ξεκινά και αναπτύσσει την ιδέα και τη δομή και ο σκηνοθέτης δίνει το γενικό πρόσταγμα και υπογράφει το σύνολο. Ένα θεατρικό έργο ανήκει στον συγγραφέα του και μια ταινία εξαρτάται εν πολλοίς από τον σκηνοθέτη, και δευτερευόντως από τους υπόλοιπους συντελεστές, όσο κι αν το κοινό ταυτίζεται με τους ηθοποιούς, αναγκαστικά και εύλογα, καθώς φέρουν τους χαρακτήρες ενσαρκώνοντάς τους.

9.Τα τελευταία χρόνια οι κινηματογραφιστές χρησιμοποιούν όλο και περισσότερα ειδικά εφέ ώστε να κάνουν τις ταινίες πιο ελκυστικές στο ευρύ κοινό. Θεωρείτε ότι αυτό είναι απαραίτητο ή φτάνει στο όρια της υπερβολής;

Όντως, τα οπτικά και ακουστικά εφέ έχουν φτάσει στο σημείο να αντικαθιστούν την πλοκή. Ενώ οι παλιότεροι θεατές συνήθως ψάχνουν να εντοπίσουν τι είναι αλήθεια και τι ψέμα σε ένα πλάνο, οι νεότεροι δεν διακατέχονται από την αγωνία ή την αμφιβολία της “αλήθειας”, γιατί είναι σίγουροι πως ότι βλέπουν, είναι κινηματογραφικό ψέμα. Το αντίθετο θα τους εξέπληττε. Εδώ έγκειται η εξυπνάδα της χρήσης των εφέ. Για να είναι πειστικά, δεν πρέπει να διακρίνονται, να φαίνονται, Όλες ανεξαιρέτως οι ταινίες που γυρίζονται πλέον, έχουν εφέ, λίγα ή πολλά, ακόμη και εκείνες που δεν θα περίμενε κανείς πως θα τα εφάρμοζαν. Διευκολύνουν στο κόστος και απλοποιούν τη διαδικασία του γυρίσματος. Για παράδειγμα, αν κάποιος θέλει να γυρίσει εποχής στην Αθήνα, δεν θα τα καταφέρει, καθώς η παλιά αρχιτεκτονική ισοπεδώθηκε. Με μιά σειρά από ενέργειες στο post production, τα καλώδια της ΔΕΗ σβήνονται και τα ενοχλητικά σημεία του σήμερα εξαλείφονται. Κανείς δε μπορεί να διακρίνει τις διαφορές.

10.Ποιες δέκα ταινίες θα προτείνατε σ’ ένα έφηβο να παρακολουθήσει ώστε να διαμορφώσει μία άποψη για τον κινηματογράφο και την ιστορία του.

Ο Πολίτης Κέϊν του Όρσον Γουέλς, Τόκιο Στόρι του Γιαζουχίρο Όζου, Ο Λόρενς της Αραβίας του Ντέϊβιντ Λιν, 2001 η Οδύσσεια του Διαστήματος του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, Η Λάμψη του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, Ο Νονός 1 και 2 του Φράνσις Φορντ Κόπολα, Ο Δεσμώτης του Ιλίγγου του Άλφρεντ Χίτσκοκ, η τριλογία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του Πίτερ Τζάκσον, Τα Καλύτερα Χρόνια της Ζωής Μας του Γουίλιαμ Γουάϊλερ, Νοσφεράτου του Φρίντριχ Βίλελμ Μουρνάου. Το σινεμά είναι θέμα γούστου και αισθητικής. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να παρακολουθήσει με το ζόρι ταινίες που μπορεί να του φανούν με μια πρώτη ματιά βαρετές. Ωστόσο, ανατρέχοντας στο παρελθόν, σε εικόνες που στοιχειώνονυν, όπως αυτή της Φαλκονετί στο Πάθος της Ιωάννας της Λορένης, θα κατανοήσει πως το συντακτικό του κινηματογράφου αναπτύσσεται εδώ και έναν αιώνα και όλα πλέον επαναλαμβάνονται, απλώς σε μεγαλύτερη ταχύτητα.
Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Κουτσογιαννόπουλο για τη συνέντευξη

Τη συνέντευξη επιμελήθηκαν οι μαθήτριες :

Κοκονάκη Γεωργία

Κοκονάκη Φωτεινή

Μιχαηλάκη Λουίζα

Παπαδημητρίου Ελένη

Παπακωνσταντίνου Ελένη

Στράντζα Λεάνδρα

Φλωρά Νίκη

Comments are closed.